ΑΡΚΕΊ ΜΙΑ ΖΩΉ;

Γράμμα στον Γκέτσεφ

20 Φεβρουαρίου 2011/ Βασίλης Μαραγκός

       Αγαπημένε Στέφανε,

      Δεν ξέρω αν θα λάβεις ποτέ αυτό το γράμμα.

Η τύχη που με έφερε για λίγα χρόνια στον κύκλο των φίλων σου – ή μήπως
θα έπρεπε να μιλήσω όχι για την τύχη αλλά για τον κεραυνό, που σύμφωνα
με τον κοινό μας δάσκαλο, τον Ηράκλειτο, κυβερνά τις τύχες μας;– αυτή η
ίδια μας έριξε μακριά τον έναν από τον άλλο – εσένα τώρα πια έξω από τον
κύκλο όσων βαραίνουμε αυτή τη γη με τις πράξεις, την απραξία μας, τις
ελπίδες μας και τους φόβους μας, με τις αγαθοεργίες και τα έγκληματά μας. Ή
μήπως δεν είμαστε μακριά και οι ψυχές μας συνεχίζουν να συνδιαλέγονται
όπως το κάναμε εμείς οι ίδιοι σώματι όταν με δεχόσουν στο φιλόξενο
διαμέρισμά σου στον τελευταίο όροφο της επί της λεωφόρου Βίτοσα
πολυκατοικίας, απ’ όπου μπορεί κανείς να εποπτεύει ολόκληρη τη Σόφια; Τη
Σόφια, μια από τις πιο σπουδαίες για το πνεύμα της Ευρώπης πόλεις. Το
όνομά της αφιερωμένο στη σοφία του Θεού.


Σόφια – Αθήνα : δυο ονόματα πρωτευουσών – παραδομένα απ’ τους αιώνες –
παράλληλες κραυγές δυο γειτονικών, αδελφικών λαών που προσβλέπουν
στη σοφία. Ζώντας πέντε χρόνια στη Σόφια, συντροφευμένος από τη φιλία
σου, κατάλαβα γιατί ο Μέγας Κωνσταντίνος την πρόοριζε για πρωτεύουσα
της αυτοκρατορίας του. «Η εμή Ρώμη εστί η Σαρδική» έλεγε ο άγιος βασιλιάς
πριν καταλήξει στην πόλη του Βύζαντος και έτσι επαναλάμβανα και εγώ μαζί
του όταν βάδιζα στους δρόμους της πόλης, έμπαινα στα κτίριά της και
συνομιλούσα με τους κατοίκους της.
Η ψυχή δεν πεθαίνει – τουλάχιστον όχι η δική σου ψυχή. Είτε μέσα στα
βιβλία σου και στη μνήμη όσων σε γνώρισαν είτε κάνοντας ταξίδια για
χιλιετίες σε άλλα σώματα πριν να φτάσεις στη Νιρβάνα ή στη Χώρα των
Μακάρων ή στον Παράδεισο είμαι βέβαιος ότι παρακολουθείς τα δρώμενα.
Είναι πάντα λίγος ο χρόνος που αφιερώνουμε στην ψυχή μας όσο ζούμε. Και
ζωή λέμε αυτό το λίγο. Λίγος ήταν ο χρόνος που είχαμε στη διάθεσή μας όσο
μου χάριζες τη συντροφιά σου. Λίγος είναι πάντα ο χρόνος, και γι’αυτό είναι
τόσο πολύτιμος.

Όταν σε γνώρισα και μου χάρισες απλόχερα τη φιλία σου, βρισκόμουν σε ένα
σταυροδρόμι (μήπως δεν είναι πάντα έτσι στη ζωή;). Από τη μια ήταν η
πεπατημένη, ο δρόμος της επανάληψης, σημαντικός αλλά επικίνδυνος αφού
οδηγεί στην ύβρη, στον εγωιστικό υλισμό. Από την άλλη ο δρόμος της ψυχής,
δύσβατη στενωπός αλλά η μόνη πραγματική διέξοδος που οδηγεί κάπου. Σαν
τα δυο άλογα στο αμάξι του Πλάτωνα που ο ηνίοχος νους δεν κατορθώνει να
τα κυβερνήσει και μια τον πάνε προς τα πάνω μια προς τα κάτω. Με
βοήθησες άραγε να βρω το δρόμο μου; Να γνωρίσω τον εαυτό μου; Θα ήταν
δύσκολο να αποφανθώ με βεβαιότητα, δεν ξέρω. Όμως ξέρω ότι μου
στάθηκες δάσκαλος, δάσκαλος που με ενθάρρυνε να μην κλείσω την πόρτα
στο πνεύμα, αλλά και με βοήθησε να καταλάβω τη Βουλγαρία, και ακόμα πιο
πολύ (μέσα από τα δικά σου μάτια) την Ελλάδα και τον ίδιο τον εαυτό μου.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο τελευταίο βιβλίο σου έδωσες τον τίτλο Γνώθι
σαυτόν.
Ο εικοστός αιώνας – αιώνας σου και ο αιώνας που είδαμε το φως και πολλοί
από μας τους υπόλοιπους– βάρυνε τόσο πολύ τη γη με το σκοτάδι του, τα
θηριώδη εγκλήματά του, τις απάνθρωπες ιδεολογίες του, αλλά και με το φως
της ελπίδας! Θυμάμαι που μου έλεγες ότι η ποίηση εκεί γύρω στη Δεκαετία
του Τριάντα του 20 ού αιώνα στην Ελλάδα έφθασε σε ιδανικά ύψη. Αυτό ήταν
το φως της ποίησης. Κι όμως ο αιώνας αυτός ήταν η εποχή του σκότους.
Σημαδεύτηκε από τους πιο αιματηρούς πολέμους που είχε ίσως γνωρίσει η
ιστορία (για πρώτη φορά έχουμε πολέμους που ονομάσαμε παγκόσμιους),
καθώς και από στυγνά ολοκληρωτικά καθεστώτα. Το αποτέλεσμα ήταν
εκατόμβες, ζωές και ψυχές που οδηγήθηκαν στη σφαγή. Ο βίος σου ήταν
σημαδεμένος από τους περιορισμούς ενός τέτοιου ολοκληρωτικού
καθεστώτος. Σκέφτομαι πόσο βαρύ πρέπει να ήταν αυτό για σένα, χρόνο το
χρόνο, δεκαετίες στη σειρά, για σένα που ήσουν υπήκοος της ελευθερίας.
Όταν ο έξω αιώνας βαραίνει τόσο πολύ στη ζωή του ανθρώπου, πώς να
διατηρηθεί η εσωτερική ελευθερία του! Κι όμως και εσύ και άλλοι πολλοί σαν
εσένα μπορέσατε να κρατήσετε ψηλά τη φλόγα της ψυχής του ανθρώπου –
του ανθρώπου με μικρό άλφα, όπως το έχεις γράψει σε ένα σου ποίημα, του
ανθρώπου που σέβεται το συνάνθρωπό του και τα άλλα πλάσματα και όχι
του δήθεν υπεράνθρωπου που προσπαθεί να επιβληθεί πάνω στους άλλους.
Γιατι εκτός από τους εγκληματίες αυτός ο αιώνας είδε τη δράση σπουδαίων
ειρηνοποιών, ίσως θα έπρεπε να «αγίων» – είναι πιο δύσκολο να κρατάς
ψηλά την ανθρωπιά και την ειρήνη σε τόσο αντίξοες συνθήκες. Και ο Γκάντι
δεν ήταν ο μόνος ανάμεσά σας.
Αυτή τη φλόγα της ψυχής – σημαδεμένη από την καπνιά των πολέμων,
θερμών και ψυχρών, και την παγωνιά της μισαλλοδοξίας και του μίσους, τη
μεταδώσατε σε μας. Δεν ξέρω τι κάνουμε ή τι θα μπορέσουμε να κάνουμε
εμείς με αυτή την κληρονομιά. Θα διατηρήσουμε τη γη; Θα συνεχίσει να

γυρίζει; Και μέχρι πότε; Η περίπτωση την οποία θίγεις σε ένα ποίημά σου, του
κεραυνού που εμφανίζεται με τη μορφή ήλιου (πηγής ζωής) ξεσηκώνοντας
γλυκές ελπίδες σε μια απογοητευμένη ανθρωπότητα αλλά, αμέσως μετά, το
φως μετατρέπεται σε καταστροφική φωτιά, δεν είναι μια απόμακρη
φαντασία αλλά κάτι που μπορεί πραγματικά να γίνει, σήμερα ή αύριο. Οι
ειδήσεις αυτών των ημερών για τις ηλιακές εκρήξεις που μπορεί να κόψουν
το ηλεκτρικό ρεύμα σε περιοχές του πλανήτη και να κάνουν ορατό το βόρειο
σέλας σε νοτιότερες περιοχές το επιβεβαιώνουν.

 

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Όταν το σκοτάδι έγινε ανυπόφορο,
γονυκλινείς προσευχηθήκαμε να ’ρθεί το φως.
Μας άκουσε ο ουρανός – το φως ξεμύτισε από μακριά –
ένας εκθαμβωτικός ήλιος, που πλησίαζε γοργά.
Τον περιμέναμε χαρούμενοι με χέρια απλωμένα.
Μονάχα όταν συγκρούστηκε στους τοίχους μας
και εξερράγη μέσα σε ένα εκτυφλωτικό φως,
τη μια μοναδική στιγμή προτού καούμε, καταλάβαμε:

ήταν ο Κεραυνός.

Τα δώρα του θεού είναι απλά – το μυστήριο της κάθε στιγμής της ζωής μας
το επιβεβαιώνει. Ας ζήσουμε ταπεινά, χωρίς ύβρη, μοχθώντας για το καλό,
πασχίζοντας να φθάσουμε την αυτοσυνειδησία για τα όρια και τις
δυνατότητές μας. Γνωρίζοντας τον εαυτό μας. Και όσο ζούμε ας μοχθήσουμε
να φθάσουμε τη σοφία – τη σοφία του Θεού φυσικά – που οι πρόγονοί μας
θεώρησαν καλό να δώσουν ως όνομα στις πρωτεύουσες των δύο λαών μας.
Ας ελπίσουμε ότι αρκεί μια ζωή γι’ αυτό. Ή ότι τουλάχιστον αρκεί για μια
ειλικρινή προσπάθεια.

Βασίλης Μαραγκός