Поместените стихотворения са писани от 1953 – 1960
μετάφραση Βασίλης Μαραγκός

 

Πρώιμη άνοιξη

Ξεμύτισε επιτέλους πάλι ο ήλιος
από το συννεφένιο του περβάζι
κ’ έριξε αυστηρό το βλέμμα του πάνω στα σπίτια μας.

Τότε μονάχα είδαμε
πόσο είναι ρυπαρά τα παραθύρια μας
και πόσο αρχαία σκόνη
έχει θρονιαστεί
πάνω στα έπιπλά μας
και στα βιβλία μας.

Καλοκαίρι 1
Στην Γ.

 

Εξάνθισε η κόμη σου,
τα μάτια σου είναι απύθμενο γαλάζιο
τα χείλη σου είναι καμωμένα από θεσπέσια ψήγματα.
Το πρόσωπό σου και το σώμα σου είναι
όπως ψημένο από τον ήλιο κεραμίδι.
Όπου κι αν βρίσκεσαι
πίσω σου αστράφτει η θάλασσα
Κι αν κάποιος πάει να σ’ αγκαλιάσει,
θα βουλιάξει.

Λίγη χαρά

Θλίβεσαι που τα σύννεφα, τεφρά,
έχουν καλύψει σήμερα τον ουρανό
και το ρυάκι ψαλμωδεί σα μισοκοιμισμένο.
Γιά έλα όμως σκύψε εδώ πέρα, πάνω από τούτα τα χορτάρια –
και ιδού:
σ’ ένα γαλάζιο ανθάκι θα τον δεις
ακέραιο
απύθμενο τον ουρανό.

Μετά τη βροχή

Τα δέντρα απιθώνουνε προσεκτικά
με πράσινα τα δάκτυλά τους
από ένα ηλιακό μπριγιάντι
στο μέτωπο από κάθε φύλλο χλόης.
Αχ πόσες ταπεινές βασίλισσες μπροστά μας!
Μονάχα να μη φύσαγε ο αέρας

Φρίκη

Μία λευκή δειλή πεταλουδίτσα
πετάει στον ακτινοβόλο αέρα.
Έπεσε όμως μες στον κύκλο του ήλιου και –
τί θαύμα –
έγινε μαύρη. Απολύτως
μαύρη.

Καλοκαίρι 2

Στο δρόμο πέσανε ψημένα
από τον ήλιο
κίτρινα κορόμηλα.
Δύο πουλάκια τα ραμφίζουνεμε χαρωπό τιτίβισμα.
Με το χυμό τους θα μεθύσουνε. Και θα πετάξουν
πάν’ απ’ τα θερισμένα τα χωράφια,
χοροπηδώντας θα στριφογυρίσουν
μέχρι που να ξεθεωθούν. Και τότε θα σταθούν
σ’ ένα δεντρί να ξαποστάσουν.
Θα παίζουνε μαζί τους οι νυφίτσες
και θα τα γαργαλάν με τους ουρίτσες τους.
Κι αργά τη νύχτα θά ’ρθει ο λύκος
να τα φάει.

Αστροναύτης

Κυκλοτερό φεγγάρι σαν τροχός.
Γιατί αλήθεια να μην έχω δυο φεγγάρια –
να κάνω απ’ τα φεγγάρια ένα ποδήλατο
και να ξεφύγω κάπου πέρα μακριά,
κάπου που να ’χει μόνο ένα φεγγάρι?

Μυστήριο 1

Φεγγάρι καρφωμένο στην κορφή
ενός ελάτου,
και το βουνό σφυρίζει γαληνά
απ’ τα θεμέλια.
Στον ασημένιο δρόμο πάει ένας
άνθρωπος ακέφαλος
κι αναρωτιέται:
γιατί είναι αφέγγαρη η νυχτιά;
γιατί δεν τραγουδάει το βουνό?

Μυστήριο 2

Ένας άντρας πετά
πάνω σε φεγγαρίσια αχτίδα.
Περνά πάνω απ’ την κοιμισμένη πολιτεία
κι αθόρυβα αποσπά μία παμπάλαιη καμινάδα.
Τα μάτια του γυαλίζουνε καθώς εισπνέει
τη μυρωδιά
της αρχαίας τέφρας. Ξέρει
πως θα πεθάνει.;

γιατί δεν τραγουδάει το βουνό?

Γιορτή

Πίσω από την υαλογραφία τ’ουρανού
κορίτσια με καρδούλες από μαλλί
της γριάς,
αγόρια με καρδούλες σαν μικρά
γατάκια
ανάμεσα στις πεταλούδες των χαμόγελων.
Και μια γερόντισσα αφουγκράζεται
στο παραθύρι που βλέπει στη σκοτεινιασμένη
μέσα αυλή
μια χαμηλόφωνη φυσαρμόνικα που ξυπνά
μες στην καρδιά της
τη θύμηση ενός ρυακιού.