JEAN EFFEL

Πρώτη συνάντηση-1956.

Το έτος αυτό η εφ. “Starshel” γιόρταζε τα δέκα χρόνια από την ίδρυσή της. Στη γιορτή είχαν προσκληθεί γνωστοί γελοιογράφοι και σκιτσογράφοι από αρκετές χώρες – κυρίως σοσιαλιστικές. Από τη Γαλλία ήλθε ο Jean Effel. Γνώριζα από παλιά το έργο του, ιδίως το έργο του «Η δημιουργία του κόσμου» – μικρά σκίτσα, απλά, με λεπτό χιούμορ και πολλή καλοσύνη.

Θυμάμαι πολύ καλά τη συνάντηση μαζί του στο αεροδρόμιο. Ήταν μετρίου αναστήματος, αδύνατος, καλοστημένος, με ωχρό ματ πρόσωπο και λεπτές γραμμές. Τα χέρια του ήταν εκφραστικά και συμβάδιζαν με τη φιγούρα του. Είχε τη μορφή έμπειρου ξιφομάχου, που με κάθε τρόπο ήθελε να κρύψει. Μου άρεσε ιδίως το χαμόγελό του – σ’ αυτό ζωγραφιζόταν κάτι σαν εύθραυστη ειρωνεία ή ελαφρά πονηρία. Από τα πρώτα κιόλας λόγια που ανταλλάξαμε, κατάλαβα, ότι ο άνθρωπος αυτός έχει την ικανότητα να κάνει μια λεπτή συζήτηση, που δεν εξελίσσεται ποτέ σε πάθος και πάντα κατορθώνει να προστατευθεί από κάθε είδους πνευματικό νάζι με αμίμητη αίσθηση του χιούμορ.

Αυτές τις μέρες που τον συνόδευα, μιλούσαμε για διάφορα θέματα – για την πολιτιστική κατάσταση στη Γαλλία μετά τον πόλεμο, για δημιουργούς, για τα λογοτεχνικά ρεύματα που επικρατούσαν τότε. Ο Jean Effel όχι μόνον ήταν μέσα στα προβλήματα, όχι μόνον γνώριζε προσωπικά τους πιο επιφανείς εκπροσώπους της γαλλικής διανόησης, αλλά κατόρθωνε και να διηγείται αστείες πιπεράτες ιστορίες γύρω από αυτούς. Από κάποιες νύξεις κατάλαβα, ότι είχε λάβει αρκετά ενεργά μέρος στην αντίσταση. Κατάλαβα επίσης ότι δεν ήταν μέλος του ΓΚΚ, αλλά ήταν κοντά σε αυτό. Κάθε βδομάδα χάριζε μία καρικατούρα στην «Humanite Dimanche”. Είχε επισκεφθεί την Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία και ήταν πεισμένος ότι ο δρόμος προς το μέλλον περνάει μέσα από τον σοσιαλισμό. Θυμάμαι τις κουβέντες μας σε γενικές γραμμές, διότι ποτέ δεν κρατούσα σημειώσεις, ακόμη κι όταν συνομιλούσα με τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους, που είχα την τύχη να συναντήσω. Αποτύπωνα μόνον συγκεκριμένες στιγμές, συγκεκριμένα τσιτάτα που καρφώνονταν στη μνήμη μου. Έτσι και τώρα. Θυμάμαι τις δύο συναντήσεις ανάμεσα στον Jean Effel και τον Iliya Beshkov.

Η πρώτη συνάντηση έγινε στο σπίτι του Beshkov. Ήταν εκεί ο Beshkov, ο Jean Effel, εγώ και ο Todor Dinov, ο οποίος απ’ ότι θυμάμαι κατέγραφε από καιρό σε καιρό τις συνομιλίες του Beshkov (νομίζω ότι ήξερε στενογραφία). Φυσικά, είχα εξηγήσει στον επισκέπτη, τι εκπροσωπεί ο Beshkov όχι μόνον για τη δική μας σκιτσογραφία, αλλά συνολικά για την κουλτούρα μας, χωρίς να υπερβάλω με κοσμητικά επίθετα, θέλοντας να αφήσω τον Effel να αξιολογήσει μόνος του τον σκιτσογράφο και ζωγράφο.

Απ’ ότι θυμάμαι, στην αρχή της κουβέντας μας, ο Beshkov εξέφρασε τον θαυμασμό του για το ταλέντο του Effel, το λεπτό χιούμορ του και την παιδική του πίστη στη δημιουργία και τον Δημιουργό. Μου φάνηκε ότι ο Beshkov επαίνεσε λίγο τον επισκέπτη και αυτό κάπως με ενόχλησε. Αλλά η απάντηση του Jean Effel ήταν έκπληξη. Απάντησε απλά ότι δεν είναι καλλιτέχνης αλλά επιφυλλιδογράφος. Κι επειδή δεν τα κατάφερνε με τον λόγο, εκφραζόταν με τα σκίτσα. Έγινε συζήτηση για τη γλώσσα και οι δυο τους συμφώνησαν ότι αυτή είναι το καλύτερο εκφραστικό μέσον (δεν θυμάμαι ακριβώς τις λέξεις). Στη συνέχεια ο καλεσμένος ζήτησε να δει τα σκίτσα του Beshkov κι εκείνος έβγαλε και παρουσίασε ένα μεγάλο όγκο της δουλειάς του. Κυρίως, σκίτσα από την καθημερινότητα και την πολιτική. Ο Effel τα εξέταζε προσεκτικά, σιωπηλός, χωρίς σχόλια. Παρακολουθούσα τον τρόπο με τον οποίον ο Beshkov παρακολουθούσε το πρόσωπο του καλεσμένου για να καταλάβει την αντίδρασή του. Τελικά, δεν συγκρατήθηκε και ρώτησε ποια είναι η γνώμη του Effel για το έργο του. Ο γάλλος απάντησε ότι ο Beshkov είναι σαν τον δικό τους τον Daumier, τον οποίον, πρόσθεσε αμέσως ότι εκτιμά πάρα πολύ. Φαίνεται όμως ότι για τον Beshkov αυτό δεν ήταν αρκετό. Αφού εξήγησε ότι και στον ίδιο αρέσει ο Daumier, είπε, ότι θα δείξει στον επισκέπτη σκίτσα που έκανε τελευταία. Πράγματι, ήταν ωραία. Δεν υπήρχε πλέον η σύνθετη τεχνική της ζωγραφικής, η γραμμή ήταν σαφής, απλοποιημένη, καθαρή. Φαίνεται ότι άρεσαν πολύ στον Jean Effel, διότι σημείωσε ότι «θα ήθελε να εκφράσει τον ενθουσιασμό του, αν και ο ίδιος δεν προσπάθησε να σκιτσάρει απλοποιημένα. Αυτό το κομπλιμέντο άρεσε στον Beshkov. Παρ’ όλ’ αυτά υπήρχε κάτι στην αντίδραση του καλεσμένου που δεν τον ικανοποιούσε απολύτως. Τότε έβγαλε εκείνους τους ξακουστούς ξύλινους σωλήνες και άρχισε να παίζει. Ακούγαμε – τουλάχιστον εγώ και ο Dinov – μαγεμένοι αυτές τις αυτοσχέδιες μελωδίες. Όταν τελείωσε, ακολούθησε μακρά σιωπή. Μετά, ο Jean Effel με παρακάλεσε να πω στον Beshkov τα εξής: αυτός, μαζί με άλλους προσκεκλημένους της «Starshel” είχαν πρόσκληση για να κάνουν το γύρο της Βουλγαρίας, αλλά επειδή ήταν απασχολημένος και έπρεπε να επιστρέψει στο Παρίσι, αρνήθηκε με λύπη, διότι δεν θα γνώριζε τη Βουλγαρία. Τώρα, όμως, πρόσθεσε, ακούγοντας αυτές τις μελωδίες του κου Beshkov δεν λυπάται, διότι μέσα από αυτές άγγιξε την ψυχή αυτού του λαού. Ο Beshkov ένιωθε πραγματικά πολύ, πολύ ευτυχισμένος. Ζήτησε να συναντηθούν ακόμη μία φορά, αν είναι δυνατόν και ο Jean Effel συμφώνησε αμέσως με ειλικρίνεια. Το βράδυ της επομένης, πριν από την αναχώρηση του Jean Effel, κανονίσαμε δείπνο στο κόκκινο σαλόνι του ξενοδοχείου «Bulgaria”. Μου φαίνεται ότι εκεί ήμασταν περισσότεροι. Μου έκανε εντύπωσε το γεγονός ότι ο Beshkov ήρθε νωρίτερα από την κανονισμένη ώρα. Ο Jean Effel που έμενε στο ξενοδοχείο εμφανίσθηκε λίγο αργότερα.

Μιλούσαν αποκλειστικά οι δύο τους. Μιλούσαν για την τέχνη και τους καλλιτέχνες, για τη φιλοσοφία της ιστορίας, για τη σύγχρονη τέχνη, για τη σύγχρονη και αρχαία μυθολογία. Πρέπει να πω ότι ο Beshkov έλαμπε. Μας έλεγε τα αυθεντικά του, μερικές φορές προφανώς παράλογα, αποφθέγματα με τόση ευκολία, με τέτοιο χιούμορ που ένιωθα υπερήφανος για το γεγονός ότι ο πολιτισμός μας είχε έναν τέτοιο άνθρωπο, έστω και αν δεν συμφωνούσα πάντα μαζί του. Ο Jean Effel στήριζε τη συζήτηση – και ο ίδιος είχε γνώσεις πάνω σε πολλά προβλήματα, αλλά δεν το έδειχνε.

Όταν χωρίσαμε, είπε ότι ο Beshkov είναι πραγματικά ένας υπέροχος συνομιλητής με δική του γνώμη – κάτι το οποίο, κατά τη γνώμη του, όλο και σπανιότερα μπορούσε κανείς να συναντήσει στην Ευρώπη.

Όταν χωρίσαμε, είπε ότι ο Beshkov είναι πραγματικά ένας υπέροχος συνομιλητής με δική του γνώμη – κάτι το οποίο, κατά τη γνώμη του, όλο και σπανιότερα μπορούσε κανείς να συναντήσει στην Ευρώπη.

 

***

Στις αρχές της δεκαετίας του 60 η φίλη μου, ζωγράφος Μάνα Παρπούλοβα, ήταν στο Παρίσι. Κατά την αναχώρησή της την παρακάλεσα, αν είχε χρόνο και διάθεση, να τηλεφωνήσει στον Effel και να του μεταφέρει τους χαιρετισμούς μου. Όταν επέστρεψε, μου διηγήθηκε ότι περνώντας κάποια στιγμή από την οδό «Βοναπάρτη» (της είχα δώσει τη διεύθυνση του Effel), αποφάσισε να τον επισκεφθεί – γεγονός μάλλον απαράδεκτο, κυρίως για ανθρώπους τόσο απασχολημένους και διακεκριμένους. Ωστόσο την προσκάλεσε στο σπίτι. Η Παρπούλοβα εξήγησε, με τα όχι και τόσο καλά γαλλικά της, στον Effel, ότι είναι φίλη του Στέφαν Γκέτσεβ και του μετέφερε τους χαιρετισμούς μου και τις ευχές μου. Αυτός σαν να ζωντάνεψε κάπως, έδειξε ενδιαφέρον για μένα και κυρίως για τον Beshkov (ο οποίος είχε πεθάνει το 1958). Το γεγονός ότι θυμόταν με συμπάθεια την παραμονή του στη Βουλγαρία και τους ανθρώπους με τους οποίους συναντήθηκε, μου άνοιγε ένα δρόμο, να συναντηθώ μαζί του, αν τυχαία βρισκόμουν στο Παρίσι.

Συνάντηση δεύτερη – 1968

 

Έφτασα στο Παρίσι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου μετά τα γνωστά γεγονότα του Μαΐου, η ηχώ των οποίων ακουγόταν ακόμη όχι μόνον πάνω από τη Γαλλία, αλλά με κάποιον τρόπο και πάνω από ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη. Τα πνεύματα έβραζαν ακόμα.

Κάποια στιγμή μετά την άφιξή μου τηλεφώνησα στον Effel, ο οποίος με συγκρατημένη χαρά με προσκάλεσε την επομένη στις 11:00 για φαγητό.

Η οδός Βοναπάρτη είναι μεγάλη, διασχίζει την πλατεία “Saint-Germain” στην οποίαν βρίσκεται η εκκλησία και το γνωστό από τις αρχές του αιώνα καφέ «Deus face». Το Νο1 της οδού βρίσκεται σχεδόν στη γωνία με την προβλήματα Malaquais. Στενό δρομάκι με παλιά σπίτια και πολλά βιβλιοπωλεία με παλιά βιβλία.

Άσπρος μικρός ανελκυστήρας, εγκατεστημένος μόνον για τον τελευταίο όροφο όπου βρισκόταν το διαμέρισμα του Effel, με οδήγησε στην πόρτα του. Άνοιξε η υπηρεσία και πριν ακόμη κατορθώσει να αναγγείλει την παρουσία μου, εμφανίσθηκε ο οικοδεσπότης. Με χαιρέτησε εγκάρδια και με οδήγησε στο ατελιέ του – τεράστιο, χηλό, όχι λιγότερο από έξι μέτρα, χωρισμένο σε δύο επίπεδα, ε χώρισμα όπου ήταν τοποθετημένα ράφια, γεμάτα όπως κατάλαβα με σκίτσα, ζωγραφιές, αρχεία του Effel, τακτοποιημένα σε σχήμα “αζούρ» από την αφοσιωμένη γραμματέα του, στην οποίαν με παρουσίασε ο οικοδεσπότης. Σε πιο υψηλό επίπεδο βρισκόταν το γραφείο εργασίας του καλλιτέχνη, είχε πολλά μεγάλα ράφια βιβλιοθήκης. Στο πιο χαμηλό επίπεδο, όπου κατέβαινες από τρία ξύλινα σκαλοπάτια, ήταν κάτι σαν σαλόνι. Καθίσαμε εκεί μπροστά από ένα τραπεζάκι γεμάτο μπουκάλια. Ο Jean Effel μου εξήγησε ότι εκεί θα πάρουμε το απεριτίφ και μετά θα γευματίσουμε στο εστιατόριο. Στη συνέχεια άρχισε να με ρωτάει για τους φίλους του στη Βουλγαρία. Ήταν πολύ ζωντανός, είχε εξαφανισθεί εκείνη η εμφανής επιφυλακτικότητά του στη Βουλγαρία. Εδώ ήταν στο σπίτι του, μέσα στη δική του ατμόσφαιρα – και τώρα άρχισα να καταλαβαίνω ότι η επιφυλακτικότητά του ήταν απλά η ανησυχία του δημιουργού που βρέθηκε σε ευχάριστο, ενδιαφέρον αλλά παρ’ όλ’ αυτά ξένο περιβάλλον… Ρώτησε πρώτα για τον Beshkov και λυπήθηκε πραγματικά για το τραγικό του τέλος. «Ήταν ασυνήθιστος άνθρωπος» – επαναλάμβανε.

Ήλθε η σύζυγός του – αυστηρή κυρία μέσης ηλικίας ντυμένη με κομψή διακριτικότητα. Ο Φρανσουά, (αυτό ήταν το πραγματικό όνομα του Effel, όπως κατάλαβα τώρα), μίλησε για τα πρόσφατα γεγονότα – την εξέγερση των φοιτητών και των εργατών, που θα μπορούσε να οδηγήσει όχι μόνο στην πτώση του Ντε Γκολ αλλά και του ίδιου του συστήματος, αν υπήρχε οργάνωση που θα μπορούσε να τεθεί επικεφαλής του κινήματος. «Ήμουν πολύ ευτυχής – είπε – που οι επαναστατικές παραδόσεις δεν είναι μόνον παρελθόν για τη δική μας Γαλλία, που η νεολαία μας δεν είχε λάβει τα χαρακτηριστικά της μπουρζουαζίας». Όμως το κίνημα καταπνίγηκε «χωρίς σταγόνα αίμα» και τώρα η Γαλλία – στο σημείο αυτό στράφηκε προς τη γραμματέα του και της ζήτησε αντίγραφο από την «αφίσα» του – τη μορφή της Μαριάννας με τα σαρκώδη χείλη. Ο Φρανσουά είπε ότι μου τη χαρίζει και ζήτησε μολύβι για να την υπογράψει. Στη διακριτική επισήμανση της γραμματέως ότι έχουν μείνει μόνον 2-3 αντίγραφα, ο καλλιτέχνης απάντησε «τόσο το καλύτερο», αυτό θα έχει μεγαλύτερη αξία για τον επισκέπτη του. Την έχω φυλαγμένη μέχρι και τώρα αυτήν την αφίσα.

Πήγαμε για φαγητό στο γνωστό εστιατόριο “Lipp”, είκοσι βήματα από το σπίτι του Effel, στη Λεωφ. «Saint Germain». Είναι ένας μικρός χώρος – ισόγειο και μπαλκόνι στο οποίο φθάνει κανείς μέσα από μία στενή ξύλινη σκάλα. Όπως στα περισσότερα γαλλικά εστιατόρια, έτσι κι εδώ τα τραπέζια είναι λίγα και πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Είχαμε κράτηση. Από την ιδιαίτερη υποδοχή των σερβιτόρων φαινόταν ότι Effel ήταν συχνός πελάτης και τον εκτιμούσαν. Τα φαγητά ήταν υπέροχα και το κρασί Βουργουνδίας “Pommard” – εξαιρετικό και αυτό. Μεταξύ των άλλων, τότε είδα στο διπλανό τραπέζι και τον Φρανσουά Μιτεράν, ο Effel τον χαιρέτησε, μου ψιθύρισε το όνομά του και είπε: «Υπέροχος τύπος, θα διαδραματίσει ρόλο στην πολιτική μας ζωή».

Μετά το γεύμα η κα Effel μας αποχαιρέτησε διότι είχε δουλειά. «Ελπίζω ότι δεν θα αργήσεις πολύ» – είπε φεύγοντας στον άνδρα της κι αυτός απάντησε με κάποιο αστείο – εννοώντας ότι είναι στη διάθεση του επισκέπτη του, ο οποίος στη Σόφια του είχε αφιερώσει τόσες ημέρες.

Όταν μείναμε μόνοι μας, ο Φρανσουά αισθάνθηκε κάπως ελεύθερος. Είπε, ότι ένα ακόμη μπουκάλι από αυτό το υπέροχο κρασί θα είναι ένα καλό κλείσιμο και αμέσως παρήγγειλε. Τότε ένιωσα για πρώτη φορά (στη Σόφια δεν έπινε σχεδόν καθόλου) ότι ήταν επιρρεπής στο ποτό κι αυτό τον οδήγησε στο μοιραίο τέλος δέκα χρόνια μετά. Κι έτσι, ήπιαμε το μπουκάλι κουβεντιάζοντας και στη συνέχεια ζητήσαμε καφέ. «Όχι εδώ αγαπητέ μου – είπε. Ποτέ μην πίνεις καφέ σε εστιατόριο. Πάντα είναι άνοστος. Θα πιούμε καφέ αλλού». Αυτό το αλλού ήταν σχεδόν απέναντι από το εστιατόριο, ήταν το ξακουστό καφέ «Flore». Σ’ αυτό από τις αρχές του αιώνα μαζεύονταν καλλιτέχνες, συγγραφείς, ηθοποιοί. Εδώ τα βράδια ο Apollinaire συναντιόταν συχνά με τους φίλους του. Τώρα, στις δύο, το καφέ ήταν σχεδόν άδειο. Ο Effel παρήγγειλε καφέ και κονιάκ. Ήταν ημέρα εκείνη ήρθαμε πολύ κοντά. Ιδίως όταν στις πέντε αποφάσισε ότι πρέπει να χωρίσουμε. «Αν κάποια μέρα η γυναίκα μου σε ρωτήσει τυχαία γι’ αυτήν την ημέρα, να της πεις ότι ήμασταν μαζί μέχρι αργά το βράδυ» – είπε εκείνος χαμογελώντας με εκείνο το αθώο πονηρό χαμόγελο που γνώριζα καλά.